Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

τα καφενεία

Πρώτο ποτήρι της πιάτσας ο παππούς μου - αποθνήσκοντας του '08 από κίρρωση ήπατος - λατρεύοντας το απαγορευμένο, συνήθιζε να συχνάζει στα δυο "πολυσύχναστα" καφενεία του χωρίου. 
Ένα εκ των οποίων, η λεγόμενη "γωνία", βρομούσε κι έζεχνε κι ήτο πάντα γεμάτο. Μαγαζάτορας, ένας ξάδελφος του παππού μου, γκαρσόν ένας άλλος ξάδελφος του, που και στην εικόνα τους μόνο έκανες να φας και δυο μέρες. 
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα καυστικά σχόλια της γιαγιά μου, πως έτσι και το μαγαζί ξεβρομούσε δε θα πατούσαν το πόδι τους εκεί μέσα. 
Μερικά χρόνια αργότερα βγήκε σωστή, καθώς συνταξιούχος πια ο κυρ Ιβάν το πούλησε και οι επόμενοι το κάνανε κούκλα, μόνο που τους έμεινε στο ράφι!
Το δεύτερο μας στέκι, είχε την ονομασία "διασταύρωση".
(Απ' ο,τι καταλαβαίνετε υπήρχε και εκπαιδευτικός σκοπός, καθώς μάθαινα γεωμετρία.)
Ιδιοκτήτης λοιπόν ο Μπούρντης. Παρατσούκλι τρανό και διαχρονικό, αφού και τώρα μετά τον θάνατο του, η γυναίκα του είναι η Μπούρντενα και τα παιδιά του τα Μπουρντάκια! Ωσάν άλλος ναυαγός και συνονόματος με τον προηγούμενο, Ιβάν και τούτος, είχε μια γενειάδα που στο μισό μέτρο σου μύριζε σλιβοβίτσα. (Να αναφέρω πως έμαθα το όνομα του, όταν απέκτησε εγγονό και του το 'δωσαν).
Άνθρωπος βαρύς μα συνάμα αγαπητός, καρφωμένος θα έλεγε κανείς στην καρέκλα του, ενώ πλάι στο τραπέζι του κρεμόταν ένα σκοινί. Τραβώντας το, ένα κουδουνάκι χτυπούσε στην κουζίνα κι έτσι έδινε σινιάλο στη γυναίκα ή στην κόρη του να βγουν για την εκάστοτε ανάγκη.
Τσιγάρο, ποτό και το αντίστροφο λοιπόν κι εγώ μια πορτοκαλάδα, την οποία έκοψα μαχαίρι μεγαλώνοντας λόγω των αναμνήσεων που μου προσφέρει, ή καλύτερα λόγω του ότι είμαι ευσυγκίνητη, αφού οι προαναφερθέντες έφυγαν όλοι στην σειρά σαν κινέζικο ντόμινο, προδομένοι από αυτό που αγαπούσαν περισσότερο, το αλκοόλ.

Καρναβάλι στην Αθήνα 1892 - Νικόλαος Γύζης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου