Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

η γιαγιά μάνα

Την χρυσή τριάδα λοιπόν, των χηρευουσών, συμπλήρωνε η γιαγιά μάνα.* Μια γερόντισσα, πάντα μαυροφορεμένη όπως και οι άλλες, αφού ο μπάρμπα-Δημητρός την είχε αφήσει χήρα λίγους μήνες αφότου γεννήθηκα, όπως τα 'χε πει. Το πρόσωπο της φάνταζε αλλόκοτο στα μάτια μου, από τα 80-φεύγα χρόνια που είχαν περάσει από πάνω του. Φοβόμουν πως αν το ακουμπούσα, θα την έσκιζα. Αυτό το ήρεμο πρόσωπο, με το γλυκό και μελαγχολικό βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά της, είχε πάντα μια όψη ευγνωμοσύνης. Λες και το παράπονο, δε χωρούσε στη ζωή της κι ας είχε περάσει φουρτούνες και φουρτούνες. Δεν έμενε αρκετό καιρό στην κόρη της, δεν ήθελε να γίνεται βάρος όπως έλεγε, εξάλλου αγαπούσε πολύ το χωμάτινο σπίτι της στην πλαγιά του βουνού. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά με συνωμοτικό ύφος να μου λέει να τρέξω να της φέρω το πορτοφόλι της για να μου δώσει χαρτζιλίκι, ενώ την είχα καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα στη βεράντα και της φορούσα ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο και κάτι ολοστρόγγυλα (μοδάτα τότε) γυαλιά ηλίου, μη μου πάθει τίποτα στην κάψα του καλοκαιριού.
Τα βράδια αφού στρώναμε μαζί το κρεβάτι της, γονάτιζα δίπλα της όσο εκείνη έλεγε το "Πάτερ Ημών". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, ανελλιπώς, ήταν συνήθεια της. Όπως το να λέει "Κύριε Ιησού Χριστέ" όταν εν μέσω της βροχής έπεφταν μεγάλες αστραπές και δυνατές βροντές.
Ήταν Κυριακή η μέρα που την είδα τελευταία φορά. Γυρνούσα από τον πολιτιστικό σύλλογο, θυμωμένη (όπως συνήθως). Εκείνη έκανε βόλτες στο πεζοδρόμιο, όπως άλλωστε συνήθιζε. 
Η φράση που είπε μόλις με είδε ήταν "Τι έχεις κορίτσι μου;" - αυτό έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε κλαμένη. Η απάντηση που πήρε πάνω στον εκνευρισμό μου ήταν να με παρατήσει ήσυχη ενώ έτρεχα για να ανέβω γρήγορα τις σκάλες του σπιτιού που με φιλοξενούσε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα και της μίλησα. Λίγο αργότερα την ώρα του μεσημεριανού με την κόρη της, έπαθε εγκεφαλικό, πέθανε στο σπίτι της την επόμενη Τετάρτη, δίχως να παιδέψει κανέναν, όπως πάντα επιθυμούσε, δίχως να γίνει βάρος, όπως έλεγε.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν τα τελευταία εκείνα λόγια που της είπα, δεν θα σβήσουν ποτέ από μέσα μου. Λόγια παιδικά κι αφελέστατα, παρ' όλα αυτά ήταν τα τελευταία και παραμένουν βαριά ακόμη και τώρα για εμένα. Δεν θα ευχηθώ η γιαγιά Μακρίνα, όπως ήταν το όνομα της να με συγχώρεσε για τις παιδικές μου κουβέντες, αλλά όσο ήταν κοντά μου να είχε αντιληφθεί πόσο την αγαπούσα και να βλέπει πόσο ακόμη την αγαπώ. Εξάλλου δεν ήταν απλά μια γιαγιά, αλλά η γιαγιά μάνα. Και άξιζε και τους δυο τίτλους.

Κάθε φορά που αστράφτει και βροντά, γιαγιά μάνα, αυθόρμητα μουρμουρίζω κι εγώ σιγανά "Gospode, Isuse Hriste". Σε φιλώ αφάνταστα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου