Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

η πικροδάφνη

Η γιαγιά μου η Slađa είχε μεγάλη αδυναμία στα φυτά, με ιδιαίτερη αγάπη κυρίως στις ορχιδέες.
Την θυμάμαι να αγωνιά για το αν θα της ανθίσει ή όχι η λευκή ορχιδέα που είχε στο παράθυρο της κουζίνας της. Σχεδόν την παρακαλούσε να εμφανίσει τα άνθη της κι όταν γινόταν αυτό έβγαζε τελάλη στη γειτονιά, κερνούσε και καφέ στο σπίτι τις φιλενάδες για το καλό. Λες και γινόταν ξανά μητέρα, γιαγιά...
Στην πίσω αυλή της υπήρχε μια σειρά από οπωροφόρα δέντρα, της είχαν μείνει κληρονομιά από τον παππού μου ο οποίος κουβαλούσε το ίδιο μεράκι. Στη δεξιά πλευρά της αυλής πλάι στα σιδερένια κάγκελα που χώριζαν τον κήπο της με αυτόν του γείτονα, υπήρχε μια μικρή πικροδάφνη, την οποία η ίδια είχε φυτέψει. 

Όταν καθόμασταν στο πίσω μπαλκόνι συνήθιζε να τη δείχνει με καμάρι και δε παρέλειπε να μας πει πως όταν φύγει θα τη βλέπουμε και θα την θυμόμαστε.
Και ήρθε ο καιρός που έφυγε η γιαγιά και εκείνη η πικροδάφνη που είχε πλέον ρίξει τα φύλλα της και στην πλευρά του γείτονα, όντως μας θύμιζε τη γιαγιά, αλλά "γλυκά", πολύ γλυκά κι ας ήταν "πικρή".
Δυστυχώς από λάθος το καμάρι της γιαγιάς ξεριζώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, παρ' όλα αυτά το ροζ λουλούδι της έχει μείνει στη μνήμη μου άρτια συνδεδεμένο με εκείνη, ενώ στο άνθισμα της πρώτης ορχιδέας μου - το οποίο καθυστέρησε δυο έτη - αντιλήφθηκα πλήρως την χαρά που κι εκείνη ένιωθε. 



Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

η γιαγιά μάνα

Την χρυσή τριάδα λοιπόν, των χηρευουσών, συμπλήρωνε η γιαγιά μάνα.* Μια γερόντισσα, πάντα μαυροφορεμένη όπως και οι άλλες, αφού ο μπάρμπα-Δημητρός την είχε αφήσει χήρα λίγους μήνες αφότου γεννήθηκα, όπως τα 'χε πει. Το πρόσωπο της φάνταζε αλλόκοτο στα μάτια μου, από τα 80-φεύγα χρόνια που είχαν περάσει από πάνω του. Φοβόμουν πως αν το ακουμπούσα, θα την έσκιζα. Αυτό το ήρεμο πρόσωπο, με το γλυκό και μελαγχολικό βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά της, είχε πάντα μια όψη ευγνωμοσύνης. Λες και το παράπονο, δε χωρούσε στη ζωή της κι ας είχε περάσει φουρτούνες και φουρτούνες. Δεν έμενε αρκετό καιρό στην κόρη της, δεν ήθελε να γίνεται βάρος όπως έλεγε, εξάλλου αγαπούσε πολύ το χωμάτινο σπίτι της στην πλαγιά του βουνού. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά με συνωμοτικό ύφος να μου λέει να τρέξω να της φέρω το πορτοφόλι της για να μου δώσει χαρτζιλίκι, ενώ την είχα καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα στη βεράντα και της φορούσα ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο και κάτι ολοστρόγγυλα (μοδάτα τότε) γυαλιά ηλίου, μη μου πάθει τίποτα στην κάψα του καλοκαιριού.
Τα βράδια αφού στρώναμε μαζί το κρεβάτι της, γονάτιζα δίπλα της όσο εκείνη έλεγε το "Πάτερ Ημών". Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, ανελλιπώς, ήταν συνήθεια της. Όπως το να λέει "Κύριε Ιησού Χριστέ" όταν εν μέσω της βροχής έπεφταν μεγάλες αστραπές και δυνατές βροντές.
Ήταν Κυριακή η μέρα που την είδα τελευταία φορά. Γυρνούσα από τον πολιτιστικό σύλλογο, θυμωμένη (όπως συνήθως). Εκείνη έκανε βόλτες στο πεζοδρόμιο, όπως άλλωστε συνήθιζε. 
Η φράση που είπε μόλις με είδε ήταν "Τι έχεις κορίτσι μου;" - αυτό έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε κλαμένη. Η απάντηση που πήρε πάνω στον εκνευρισμό μου ήταν να με παρατήσει ήσυχη ενώ έτρεχα για να ανέβω γρήγορα τις σκάλες του σπιτιού που με φιλοξενούσε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα και της μίλησα. Λίγο αργότερα την ώρα του μεσημεριανού με την κόρη της, έπαθε εγκεφαλικό, πέθανε στο σπίτι της την επόμενη Τετάρτη, δίχως να παιδέψει κανέναν, όπως πάντα επιθυμούσε, δίχως να γίνει βάρος, όπως έλεγε.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν τα τελευταία εκείνα λόγια που της είπα, δεν θα σβήσουν ποτέ από μέσα μου. Λόγια παιδικά κι αφελέστατα, παρ' όλα αυτά ήταν τα τελευταία και παραμένουν βαριά ακόμη και τώρα για εμένα. Δεν θα ευχηθώ η γιαγιά Μακρίνα, όπως ήταν το όνομα της να με συγχώρεσε για τις παιδικές μου κουβέντες, αλλά όσο ήταν κοντά μου να είχε αντιληφθεί πόσο την αγαπούσα και να βλέπει πόσο ακόμη την αγαπώ. Εξάλλου δεν ήταν απλά μια γιαγιά, αλλά η γιαγιά μάνα. Και άξιζε και τους δυο τίτλους.

Κάθε φορά που αστράφτει και βροντά, γιαγιά μάνα, αυθόρμητα μουρμουρίζω κι εγώ σιγανά "Gospode, Isuse Hriste". Σε φιλώ αφάνταστα.


το χαρτάκι του ημερολογίου

Η μια από τις φίλες της πρεσβυτέρας, η θεία Βάσω, γειτόνισσα της διπλανής πόρτας (μην πω της ίδιας), χήρα απ' τα 50 της, μανιακή με την καθαριότητα και τα περί υγείας - κάθε μέρα αφού άλλαζε το χαρτάκι του ημερολογίου το φύλαγε ως το απόγευμα που θ' ανταμώναμε για να της διαβάσω το πισινό στιχάκι.
Φώτιζε το πρόσωπο της στο άκουσμα των λέξεων κι ας ήταν κάτι ποιηματάκια τύπου "δε μ'αγαπάς κι εγώ πονώ, ωχ μανούλα μου γλυκιά".
Βέβαια υπήρχαν και πιο κορυφαίες στιγμές, όπως εκείνες του καθαρίσματος των φρέσκων μπιζελιών και δεν αστειεύομαι καθόλου, μονάχα αναρωτιέμαι αν τα σημερινά παιδιά θα το έβρισκαν εξίσου διασκεδαστικό.
Συνάμα με αυτά στη μνήμη μου ως σήμερα υπάρχει επιβλητικά καθισμένη στον καναπέ του σαλονιού της μια πορσελάνινη κούκλα ντυμένη στα κόκκινα, που ποτέ δεν θέλησα η ίδια να αγγίξω, παρά μόνο να χαζεύω με μάτια και στόμα ορθάνοιχτα.
Αν και αναφερθείσα ως υπερπροστατευτική - σε σημείο κούρασης για τους υπολοίπους - έφυγε κάποιον Γενάρη από την ζωή στα 70 της από καρκίνο, τρανή απόδειξη πως κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την μοίρα του, αφού την πήρε αυτό από το οποίο προσπαθούσε χρόνια ολόκληρα να προστατευτεί. Θυμάμαι την γιαγιά μάνα να κλαίει με μαύρο δάκρυ στην κηδεία της, ενώ η κυρά παπαδιά να στέκεται ωσάν βράχος, στεγνή και άπραγη, δικαιολογημένη πλήρως μετά από τόσους χαμούς που είχε βιώσει. Πριν κλείσει ο χρόνος εκείνος, στις αρχές του Νοέμβρη, έφυγε από εγκεφαλικό και η γιαγιά μάνα, η γιαγιά Μακρίνα, η τρίτη της παρέας.
Θεία Βάσω, την κορδέλα εκείνη που μου χάρισες στη γιορτή μου, την φύλαξα ως σήμερα και τυγχάνει να έγινε και μια από τις αγαπημένες του δικού μου παιδιού. Θα τα πούμε σε κάποια βεράντα ξανά με θέα κάποτε, ως τότε φύλαγε τα χαρτάκια του ημερολογίου.



η σοκοφρέτα

Η κυρά παπαδιά, λοιπόν, η μητέρα της γλυκιάς Βάσως, χήρα πρώην παπά του χωριού και με δυο κόρες από τις τρεις στο χώμα, εκτός του ότι μου έμαθε τι θα πει σοκοφρέτα, μου χάρισε αξέχαστα απογεύματα, παρέα με τις δυο φίλες της - τη γειτόνισσα θεία Βάσω και την γιαγιά μάνα, το όνομα της οποίας ήταν Μακρίνα. Μικρό παιδί εκ Γιουγκοσλαβίας τότε θεωρούσα πως το "μάνα" που φώναζε η κόρη της ήτο κάποιο υποκοριστικό του ονόματος της, αφού καμιά σχέση δεν είχε με το δικό μας μάικω!
Η πρώτη μαυροφορεμένη εκ των τριών αυτών ηλικιωμένων γυναικών, η πρεσβυτέρα, μου έμαθε να τραγουδώ το θρυλικό κι αξέχαστο (δίχως καμία υπερβολή) "κουκουβά κουκουβά κουκουβά βαβαβά" όπερ μεθερμηνευόμενον εστί το παιδικό άσμα "Η κουκουβάγια", το οποίο γεμάτη χαρά τραγουδούσα ανελλιπώς καθημερινά στην απογευματινή της επίσκεψη στο σπίτι της προαναφερθείσας φιλενάδος της, θείας Βάσως.
Οι δυο φιλενάδες της, έφυγαν από τη ζωή, με διαφορά ελάχιστων μηνών, η μία από το γνωστό τέρας που έφαγε και την οικογένεια της και η δεύτερη από εγκεφαλικό μια Κυριακή. Η κυρά παπαδιά δεν έχυσε δάκρυ στις δυο κηδείες, - ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει για αναισθησία ετούτη τη γυναίκα - είμαι σίγουρη πως είχε στερέψει από δάκρυα καιρό πριν χάσει και δαύτες.
Σήμερα έχω μάθει πως ζει μαζί με την μοναδική κόρη που της απέμεινε στην παλιά πόλη της Ξάνθης, ενώ η άνοια της έχει χτυπήσει την πόρτα και ίσως να είναι και καλύτερα έτσι.
Κυρά παπαδιά, καμιά σοκοφρέτα δεν είναι τόσο γλυκιά όσο εκείνες που έβγαζες από την τσέπη της μαύρης φούστας σου τα μεσημέρια. Πολύ σε φιλώ.



η γλυκιά Βάσω

Μια από τις πρώτες φίλες που έκανα στην Ελλάδα, ήταν η Βάσω, μια κοπέλα 28 ετών, η οποία ερχόταν στην Παιδόπολη της Καβάλας τα δυο χρόνια που παρέμεινα εκεί, μεταξύ 6 κι 8 ετών. Η Βάσω ήταν κόρη παπά ο οποίος τους είχε αφήσει χρόνους πολύ πριν την γνωρίσω νικημένος από καρκίνο, το ίδιο και η μεγαλύτερη αδελφή της, η Φρειδερίκη. 
Η μητέρα της η κυρά παπαδιά όπως την φώναζαν όλοι - της οποίας το όνομα δεν έμαθα ποτέ - με περίμενε κάθε μέρα μετά το σχολείο στη βεράντα του σπιτιού της για να μου δώσει μια σοκοφρέτα ΙΟΝ, και με θυμάμαι σε όλη τη διαδρομή να παρακαλώ να είναι αυτή με το φουντούκι, διότι την προτιμούσα περισσότερο.
Η Βάσω λοιπόν εκείνη την περίοδο πάλευε και η ίδια με το τέρας, η εικόνα της στο μυαλό μου ξεκινάει με μακριά μαύρα μαλλιά, συνεχίζει με κοντό αγορέ κούρεμα και τέλος καταλήγει με ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, έτσι όπως την είδα τελευταία φορά.
Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα χάζευα από το παράθυρο του δωματίου μου την ώρα που την είδα ανάμεσα από τα φύλλα μιας καρυδιάς (που υπήρχε στο διπλανό διαμέρισμα) να περνάει, της φώναζα όλο χαρά να ανέβει, ήταν κατάκοπη, έκατσε πολύ λίγο, παίξαμε και ύστερα με αποχαιρέτησε, 2 ή 3 μέρες αργότερα έφυγε από τη ζωή. 
Έπειτα με θυμάμαι πρώτα να περνώ από τα νεκροταφεία και ύστερα μπροστά από το σπίτι της μητέρας, η οποία συνέχιζε να με περιμένει.
Ώρα καλή Βάσω εκείνη που θα σε ξαναδώ κάποτε, ίσως και να ήσουν ο άνθρωπος που αγάπησα περισσότερο ως παιδί, μα σίγουρα είσαι η πιο γλυκιά κι αγαπημένη μου ελληνική ανάμνηση.



στο σχολείο

Την θυμάμαι ακόμη την πρώτη μου σχολική τσάντα, ήταν ένα κίτρινο αρκουδάκι, δώρο από κάποια ξαδέλφη του μπαμπά μου.
Τα πρωινά που χοροπηδόντας πήγαινα προς το σχολείο, η τσάντα εκείνη κουδουνούσε πάντοτε, λόγω της σιδερένιας κασετίνας μου - κι εξάλλου γι' αυτό χοροπηδούσα κιόλας!
Κάθε πρωί λοιπόν χτυπούσα την μουσταρδί πόρτα και περίμενα, περίμενα...
Πήγαινα πρώτη, πριν ακόμη κι από την κυρά Δήμητρα που είχε το κυλικείο και ήταν υπεύθυνη για το άνοιγμα του σχολείου.
Αφού η πόρτα δεν άνοιγε, έκανα τον γύρο του κτηρίου ψάχνοντας για το ποδήλατο της, για να βεβαιωθώ αν όντως έλειπε ή αν δεν με άκουσε.
Τελικά τα έξι χρόνια που βρισκόμουν στο Δημοτικό δεν έμαθα ποτέ αν η κυρά Δήμητρα είχε καλή ακοή, γιατί το δικό μου το καθημερινό χτύπημα δεν έτυχε να το ακούσει, μονάχα με έβλεπε από μακριά να κάθομαι στο παγκάκι αριστερά της πόρτας και να την περιμένω.

Το κρυφό σχολείο, 1880 - Νικόλαος Γύζης


οι τσιγγάνοι

Κοντά στο πατρικό μου σπίτι βρίσκεται μέχρι και σήμερα μια αλάνα, την οποία από παιδί τη θυμάμαι γεμάτη τσιγγάνους τα καλοκαίρια. 
Κάθε βράδυ στηνόντουσαν χοροί με μουσικές ξεσηκωτικές, αλλόκοτες στο άκουσμα της γλώσσας αλλά τόσο ρυθμικές, που πέραν των παραπόνων που δέχονταν η αστυνομία συχνά, άρεσε στη γειτονιά να τις ακούει.
Εκείνοι δε πτοούνταν ποτέ, όσες κι αν ήταν οι απειλές που δέχονταν, το ίδιο σενάριο παιζόταν μόλις έδυε και πάλι ο ήλιος. Χόρευαν και συνόδευαν με τιςφωνές τους τα τραγούδια. Οι νοικοκυρές έδειχναν ενίοτε να τους ζηλεύουν, έτσι όπως τους χάζευαν και τους άκουγαν από τα μπαλκόνια τους.
Κι όμως πραγματικά τους ζήλευαν, γιατί εκείνοι διασκέδαζαν, δίχως προβλήματα, δίχως σπίτι να καθαρίσουν, δίχως παιδιά να σπουδάσουν και να παντρέψουν, δίχως άντρες που τις άφηναν τα βράδια να σεργιανάνε τους τσιγγάνους από τα μπαλκόνια, έλεγαν και ξανάλεγαν…
Οι βραδιές ήταν οι ίδιες για μερικά παιδικά μου καλοκαίρια, γλέντια από τους τσιγγάνους και παράπονα από τις γειτόνισσες, μέχρι την μέρα που άτομα του δήμου τοποθέτησαν μια πινακίδα στην κεντρική κολόνα της αλάνας που έγραφε "Απαγορεύεται το ελεύθερο κάμπινγκ" - προφανώς οι κυρίες είχαν πετύχει το σκοπό τους.
Από τότε τα βράδια έχασαν τους ήχους των τσιγγάνων, τους ήχους της χαράς, τα παράπονα των γυναικών που ρεμβάζουν από τα μπαλκόνια τους συνεχίζονται όμως ακόμη και σήμερα μετά από αρκετά χρόνια.